επευκτός

ἐπευκτός, -ή, -όν (AM)
αυτός τον οποίο αξίζει να εύχεται κανείς («ἡ ἡμέρα, ἐν ἧ ἔτεκέν με ἡ μήτηρ μου, μὴ ἔστω ἐπευκτή» — θα ευχόμουν να μην ερχόταν αυτή η ημέρα που με γέννησε η μάνα μου, ΠΔ).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ευκτός (ρηματ. επίθ. σε -τός) < εύχομαι].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπευκτότατον — ἐπευκτός longed for masc acc superl sg ἐπευκτός longed for neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπευκτή — ἐπευκτός longed for fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.